31 Οκτωβρίου 2014

Θλιβερές βεβαιότητες...


Σύμφωνα με το πρακτορείο Bloomberg, η συνάντηση του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, με τον τυχάρπαστο κλητήρα που παριστάνει τον Έλληνα ομόλογό του, έγινε σε καλό κλίμα. Τα κουβέντιασαν μεταξύ τους, ο Βόλφγκανγκ ασφαλώς θα υπαγόρευε και ο Γκίκας θα σημείωνε προσεκτικά τις οδηγίες του εντολέα του, για τις προϋποθέσεις σχετικά με την περαιτέρω στήριξη της Ελλάδας από την αφέντρα Γερμανία και κατ’ επέκταση από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όπως αναφέρει το capital.gr,  δεν υφίσταται προς το παρόν καμία ελληνογερμανική συμφωνία. Έτσι, τουλάχιστον, δήλωσε απερίφραστα το υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας, δια του εκπροσώπου του, διευκρινίζοντας ότι η συνάντηση των δύο ανδρών δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο δεσμευτική. Προφανώς, αυτή η διευκρίνιση ενισχύει την πεποίθηση ότι οι εταίροι και δυνάστες μας κρατούν στάση αναμονής, ενόψει της επικείμενης απόλυσής του δισέγγονου της λογοτέχνισσας που, ετούτη την κακή ώρα που μας βρήκε,  υποδύεται τον πρωθυπουργό της Ελλάδας. 

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, παρά την αβρή διπλωματική γλώσσα που ως συνήθως χρησιμοποιήθηκε, η δήλωση του εκπροσώπου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, δεν αφήνει αμφιβολίες για τη γνώμη που έχουν οι αξιωματούχοι του, για τους εθνικούς ολετήρες που ορίζουν τις τύχες μας:"Έχουμε την αίσθηση ότι εξακολουθεί να υπάρχει η ανάγκη για κάποια πρόοδο, ώστε ο καθένας να πληρώνει τους φόρους που του αναλογούν. Είναι σημαντικό να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό των φορολογικών αρχών της Ελλάδας." 

Το βέβαιο είναι ότι τρέμουν οι επαίσχυντοι λήσταρχοι του δημόσιου πλούτου μας, τους αβροδίαιτους «λίσταρχους» που με το αζημίωτο έχουν εμβάσει, για λογαριασμό των πρώτων, τα κλοπιμαία σε ασφαλή κρησφύγετα. Τρέμουν οι λήσταρχοι τους «λίσταρχους»  και τούμπαλιν,  κι αυτός είναι ο λόγος που ποτέ δεν πρόκειται, υπό τις παρούσες συνθήκες, ούτε να ελεγχθούν οι λήσταρχοι ούτε να χάσουν τη δύναμή τους οι «λίσταρχοι», πόσο μάλλον να προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός των φορολογικών μας αρχών.

Το βέβαιο είναι ότι οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι με τις καταστροφικές πολιτικές που εφαρμόζονται και οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι, εξαγοράζοντας αντί πινακίου φακής τα απομεινάρια του δημόσιου πλούτου της χώρας. Τα τελευταία ασημικά  έχουν προ πολλού βγει στο σφυρί, για να ταϊστεί ένα αδηφάγο κι ανεξέλεγκτο χρέος, το οποίο, ανερυθρίαστα, επιμένουν να χαρακτηρίζουν βιώσιμο, οι φαιδροί που μας κυβερνούν.

Το βέβαιο είναι ότι το θλιβερό μας κράτος εγγυάται την καταβολή των συντάξεων μέχρι τα τέλη του χρόνου, αφού «η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων στηρίζεται στα μηνιαία εισοδήματα τους και όχι στα αποθεματικά τους», τα οποία τα πήρε και τα σήκωσε ο τυφώνας του P.S.I.

Το βέβαιο είναι ότι οι «μεταρρυθμίσεις» που νομοθετούν οι ανεκδιήγητοι που μας κυβερνούν τα τελευταία χρόνια, το μόνο αποτέλεσμα που έχουν επιφέρει, είναι να κατατάσσεται σήμερα η Ελλάδα, σύμφωνα  με έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας που σκιαγραφεί το περιοδικό Economist, πρώτη και χειρότερη, επί κεφαλής των χωρών προς αποφυγή, για επίδοξους επενδυτές.

Το βέβαιο είναι ότι, σήμερα, παρά τη μεγαλύτερη «διάσωση» κυρίαρχου κράτους στην ανθρώπινη ιστορία, η διασωληνωμένη ελληνική οικονομία δεν δείχνει σημεία ανάνηψης. Αντίθετα μειώνεται συνεχώς  το εθνικό προϊόν κι αυξάνεται το δημόσιο χρέος, καθώς όλοι οι δείκτες οικονομικής και κοινωνικής ευμάρειας αλλάζουν, βαίνοντας καθημερινά επί τα χείρω, και η Ελλάδα, μαζί κι όλοι εμείς οι ραγιάδες, βρισκόμαστε στο τέλος ενός ανηφορικού δρόμου που όλο και στενεύει και που το μόνο που διαφαίνεται στον ορίζοντα της πορείας μας, είναι περισσότερο δύσβατα και ακόμα και πιο ανηφορικά μονοπάτια. 

Το βεβαιότερο και θλιβερότερο απ’ όλα είναι ότι δεν φαίνεται να έχουμε να ελπίζουμε τίποτα από τους εαυτούς μας, έτσι που αποστασιοποιημένοι από την εξέλιξη των πραγμάτων που αφορούν στις ζωές μας, βουλιάζουμε κάθε μέρα όλο και βαθύτερα, βουτηγμένοι μέχρι το λαιμό στο βούρκο της εθνικής μας κατάθλιψης.

Έχει ξαναγραφτεί πάμπολλες φορές, με πολλούς και διάφορους τρόπους και σε όλους τους τόνους, ότι ούτε τα προγράμματα «διάσωσης» που είναι άθλια σχεδιασμένα και αθλιότερα εκτελεσμένα ούτε η τυφλή λιτότητα ούτε η άλογη κατεδάφιση του προνοιακού μας κράτους ούτε οι συνακόλουθες αυτοχειρίες ούτε οι πολλές άλλες οδύνες, μπορούν να φτάσουν ποτέ στο τέλος τους με αναίσχυντα ψεύδη ή με λογιστικές αλχημείες που παραπέμπουν σε πρωτογενή πλεονάσματα αηδίας ή με λεονταρισμούς και φληναφήματα ή, τέλος, με φθηνούς ακροβατισμούς και πολιτικούς ερασιτεχνισμούς που δεν καταλήγουν παρά σε επικοινωνιακούς τραγέλαφους και σουξέ επιθεωρησιακού χαρακτήρα όπως, για παράδειγμα, ήταν η πρόσφατη εκτόξευση των επιτοκίων στην δευτερογενή αγορά των ελληνικών ομολόγων μιαν αγορά, ας θυμόμαστε,  κατά τα άλλα ανύπαρκτη, αφού σχεδόν τα εννέα δέκατα του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι εκτός διαπραγμάτευσης, καταχωνιασμένο στα σεντούκια των επικυρίαρχων πιστωτών.  

Όσο κι αν ακούγεται σαν κακόγουστο αστείο,  το μόνο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε είναι μήπως ο Βόλφγκανγκ χάσει επιτέλους την υπομονή του με τον Γκίκα και τους υπόλοιπους του κυβερνητικού εσμού των αρχολίπαρων και αποφασίσει να τον απολύσει, αυτόν και την κουστωδία των σπουδαρχίδηδων που συναπαρτίζουν την ανικανότερη ελληνική κυβέρνηση, υπό τον αστειότερο πρωθυπουργό όλων των εποχών της νεότερης ελληνικής μας ιστορίας.   

Τίποτα καλό, όμως, δεν μπορεί να προμηνύεται για εκείνους που δεν μπορούν να σωθούν μόνοι τους, παρά μόνο περιμένουν άβουλοι να τους σώσει ο δυνάστης τους…  Εμείς όλοι, είμαστε εκείνοι! 

To κολάζ είναι από την OKTANA

28 Οκτωβρίου 2014

Μύκονος, μοντερνισμός, Αριστερά...

Με το πρώτο μυθιστόρημα «Δύσκολες νύχτες» της Μέλπως Αξιώτη, έργο πρωτοποριακό στην ελληνική λογοτεχνία του Μεσοπολέμου, συνεχίζεται η λογοτεχνική σειρά «Οι μεγάλες ελληνίδες συγγραφείς της σύγχρονης πεζογραφίας» του «Βήματος της Κυριακής»
Η Μέλπω Αξιώτη το 1910 στο πατρικό της στη Μύκονο
 
«Ο Θεός μάς έδωκε πλούτη» έλεγε ο παππούς της «μά δε μας άφησε την υγειά μας». Η γιαγιά της έλεγε «εμείς έχομε χρήματα, να λυπάσαι και πάντα να δίνεις σ' όποιον δεν έχει». Κάποια μέρα η μικρή πέταξε απ' το μπαλκόνι του αρχοντικού «τα καλά κουταλάκια» για να τα μαζέψει «ο κουτσός ζητιάνος της γωνίας». Η μικρή όμως δεν πρόλαβε τότε να τους ρωτήσει «ποιος θα μας έδινε εμάς λεφτά, όταν θα τύχαινε να μην έχομε πια». Οι υπηρέτριες πάντως τη χαρακτήριζαν «κακούργικο παιδί» επειδή «εγύριζα κι εγώ στο σπίτι μου ύστερα απ' το σκολειό κι αφού δεν είχα με ποιον να τα παίζω τα 'σπαζα τα παιχνίδια μου».

Οπως θυμάται η αφηγήτρια στις «Δύσκολες νύχτες» της Μέλπως Αξιώτη (1905-1973), δηλαδή η μικρή όταν έχει πια μεγαλώσει, όταν έχουν περάσει πια τα χρόνια και οι «αμάθειές» της, οι υπηρέτριες την κατέτασσαν στα «χαδεμένα παιδιά που με το να 'χουν απ' όλα δεν επιθυμούνε πια τίποτα». Μάλιστα η νταντά της, προκειμένου να ησυχάσει, της βρήκε μια φιλενάδα, την Ανέζα, πλην όμως «τη μάζεψαν από χάμω ξερή» όταν η μικρή ένιωσε ότι η άλλη την περιφρονούσε. Το θέμα βέβαια ήταν ότι η μικρή ένιωθε μιαν απέραντη μοναξιά, αυτό ήταν που έκανε το αυστηρό περιβάλλον εκείνης της κατά τ' άλλα πλούσιας και σεβαστής μυκονιάτικης οικογένειας τόσο περίκλειστο τόσο αφιλόξενο. Η μικρή, επιπλέον, σκαρφάλωνε με λαχτάρα στο παραθύρι και κοιτούσε τις βαρκούλες, «στο γυρισμό, τους έλεγα, να μην ξεχάσετε να φέρετε πάλι πίσω τη μανούλα», την «ξανθιά μου μαμά», όχι την «καινούρια» που δεν είχε «κανένα μάτι γαλανό στο πρόσωπό της».

Ο πατέρας της - «εκείνος ο πατέρας σου, οχ παιδάκι μου, πορεύεται όλο κατά τα άστρα» της έλεγε η θεία Διαλεχτή - είχε ένα «πιανάκι» με τις νότες του και της έγραφε, όταν η μικρή με την «ελλιπή ευλάβεια» ήταν πλέον «κλειδαμπαρωμένη» στο σχολείο των καλογραιών, ότι «έχει αρκετές ο κόσμος ομορφιές γύρω μας, πρέπει κανείς να τις καταλαβαίνει».

Μια καθαρά μοντερνιστική αφήγηση

Υστερα η μικρή μεγάλωσε, ανοίχτηκε ο νους της σ' αυτόν τον κόσμο που δεν είχε μονάχα ομορφιές μα και ανθρώπους που κουβαλούσαν άλλες ιστορίες και διαφορετικές ψυχές, πήγε και στην πρωτεύουσα, γνώρισε και τον έρωτα (τον Κώστα τον εργοστασιάρχη), αγάπησε και την τέχνη, έγινε και η ίδια γυναίκα. Τούτο το πέρασμα, από τα παιδικά και νεανικά χρόνια στον ώριμο εαυτό και τη θεμελίωση της συνείδησης, περιγράφουν οι «Δύσκολες νύχτες», το πρώτο μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη που είναι έντονα αυτοβιογραφικό, ένα βιβλίο ωστόσο στην αιχμή της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας του Μεσοπολέμου, το οποίο, εξαιτίας της νεωτερικής γραφής του, έχει καταγραφεί στην ιστορία της νέας ελληνικής λογοτεχνίας ως μία από τις πρώτες επιτυχημένες απόπειρες επιτέλεσης μιας καθαρά μοντερνιστικής αφήγησης, δίπλα στην πεζογραφία του Στέλιου Ξεφλούδα, του Ν. Γ. Πεντζίκη ή του Γιάννη Σκαρίμπα.

Η Μέλπω Αξιώτη, η οποία υπήρξε επιπλέον ποιήτρια και μεταφράστρια, αξιοποίησε στο έργο της τον λαϊκό λόγο (ιδιωματισμούς και ντοπιολαλιές), ενσωματώνοντάς τον όμως σε ένα καθαρά μοντερνιστικό πλαίσιο όπου η αιχμηρή και εικονοκλαστική γραφή, οι εσωτερικοί μονόλογοι και οι χαοτικοί συνειρμοί της μνήμης (στα πρότυπα του Μαρσέλ Προυστ ή της Βιρτζίνια Γουλφ) σμιλεύουν όχι μόνο τον χρόνο αλλά και την υπαρξιακή διάσταση της αφήγησής της. Το γλωσσικό της ιδίωμα παραμένει μοναδικό στην ελληνική γραμματολογία. Το έργο της ιδίας βέβαια επανεκτιμήθηκε με πιο συστηματικό και ουσιαστικό τρόπο σχετικά πρόσφατα, στις δεκαετίες του 1980 και του 1990.

Η αγάπη για τη Ρωσία και το ΚΚΕ

Η συγγραφέας καταγόταν από επιφανή οικογένεια Μυκονιατών. Ηταν κόρη του συνθέτη Γεωργίου Αξιώτη, ο οποίος ίδρυσε το Ωδείο Πειραιώς και υπήρξε ο συνεκδότης της πρώτης σοβαρής επιθεώρησης τέχνης στην Ελλάδα, του καλλιτεχνικού και φιλολογικού περιοδικού «Κριτική». Παππούς της ήταν ο έμπορος και «λογογράφος» Παναγιώτης Αξιώτης, ο οποίος «ήταν ο πρώτος που έκαμε γνωστή στην Ελλάδα τη ρούσσικη φιλολογία» με μεταφράσεις στη δημοτική των Πούσκιν, Λέρμοντοφ και Τολστόι. «Ο πατέρας μέχε μάθει ν' αγαπώ τη Ρωσία, όπου εκεί είχε γεννηθεί κι' ο ίδιος και μεγάλωσε. Τον αγαπούσα λοιπόν το λαό, την αγαπούσα και τη Ρωσία, και σίγουρα ότι εκείνες οι δυο αγάπες μαζί, μέχανε πάει εμένα πια ίσαμε το ΚΚΕ. Είχα δηλαδή κάμει νερά, είχα φύγει απ' την τάξη μου. Μα για τον έλεγχο το μαρξιστικό πάνω στα φιλολογικά μου γραφτά αυτό δεν ήμουν σε θέση να το κάμω τότε» αναφέρει η ίδια σε μια μαρτυρία της (1953). Εννοούσε, εν προκειμένω, την πρώτη περίοδο της πνευματικής της εργασίας στην οποία περιλαμβάνονται οι «Δύσκολες νύχτες» (1938), η μακρά ποιητική σύνθεση «Σύμπτωση» (1939) και η νουβέλα «Θέλετε να χορέψομε Μαρία;» (1940). Ο «μαρξιστικός έλεγχος» ήλθε λίγο αργότερα και αφορά τη δεύτερη, «αγωνιστική» της περίοδο, σύμφωνα με τους μελετητές και τις μελετήτριές της, στη διάρκεια της οποίας (1946) εξέδωσε και το πιο γνωστό της βιβλίο «Εικοστός αιώνας». Σε αυτήν πάντως, προτού δηλαδή εισέλθει στην τρίτη περίοδο και απελευθερωθεί η ίδια περισσότερο, θυσίασε τις δυνατότητες της τέχνης της στις ανάγκες του καιρού, της στράτευσης και της ιδεολογίας της. Η Μέλπω Αξιώτη είχε γίνει μέλος του ΚΚΕ από το 1936 και, αργότερα, στη διάρκεια της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης έγραφε κείμενα στον παράνομο Τύπο με ψευδώνυμο. Εμεινε στο ΚΚΕ ως το τέλος της ζωής της.

Στα «Μυκονιάτικα Χρονικά»

Την εμφάνισή της στα ελληνικά γράμματα την είχε κάνει στο περιοδικό «Μυκονιάτικα Χρονικά» με δύο διηγήματα (1933 - 1934). Το 1937 συνέγραψε τις «Δύσκολες νύχτες» και το 1939, άγνωστη ακόμη στους φιλολογικούς κύκλους, απέσπασε γι' αυτές το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών.Το βιβλίο της προκάλεσε «κύματα ενθουσιασμού και αγανάκτησης», όπως η ίδια έγραψε. «Η λογοκρισία του Μεταξά έσβυσε φράσεις εδώ κι' εκεί, μ' όλο που ήταν γραμμένο για να μπορεί να περάσει» αναφέρει η Μέλπω Αξιώτη σε μεταγενέστερη μαρτυρία της.

«Το βιβλίο ήταν η περιγραφή του καημού και του μόχθου του ελληνικού λαού της επαρχίας και της πρωτεύουσας [...] Ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έφτασε μάλιστα να γράψει πως ύστερα από 500 χρόνια οι "Δύσκολες νύχτες" θα παραμένουν ένα αξεπέραστο πρότυπο για την ελληνική λογοτεχνία». Η ίδια ήταν «περήφανη» για τα γραπτά της, «δίχως θεμέλια θεωρητικά, μόνο με την καρδιά μου, με το προσωπικό μου γούστο και το ένστιχτο» - ήταν «μόνο σίγουρη πως είμαι εκείνο που λέγεται ένας αριστερός λογοτέχνης».

Το δικό μας "Όχι"

Το δικό μας "Όχι"


Αναρωτιέται ο Άρης Δαβαράκης, τι πάει να πει να κάνεις τον διπλανό σου σαπούνι… 

Τι πάει να πει, αλήθεια, να είσαι άνθρωπος? Το κάλλιστο, αυτό που δύναται "να ενωθεί με το Φώς το αληθινό" ή  το χειρότερο και μοχθηρότερο και το πιο άπληστο έμβιο πλάσμα αυτού του πλανήτη? 

Αλλά κι από την άλλη, πόσο διπλανός ήταν ένας Γερμανός της εποχής σε έναν Εβραίο της Θεσσαλονίκης ή του Παρισιού? Δεν προσπαθώ να δικαιολογήσω ή να ερμηνεύσω μιαν εποχή που μόνο από τα βιβλία την ξέρουμε, από τα κινηματογραφικά έργα κι από τη διαστρέβλωση που προκαλεί  ο περασμένος χρόνος και η άγνοια πολλών λεπτομερειών. Πόσοι Γερμανοί πολέμησαν τον Χίτλερ μέσα στη Γερμανία? Λίγοι, πολύ λιγότεροι απ’ όσους χρειάζονταν, ασφαλώς. Αλλά κάποιοι το προσπάθησαν. Φόβος, άγνοια, αδιαφορία, όλα μαζί στην αρχή. Μετά η σιδερένια πυγμή του ναζιστικού κράτους και η τρομοκρατία. Τέλος.

Χωρίς να αγνοώ το παράτολμο του άλματος στον παραλληλισμό, θα σημειώσω ότι σήμερα, Έλληνες κάνουν άλλους Έλληνες σαπούνι για να εξυπηρετηθεί ένα χρέος που και ύποπτο είναι γιατί δεν έχει ελεγχθεί, αλλά και παράνομο επειδή δεν μπορεί να αποπληρωθεί, και θα παρατηρήσω ότι είναι πολύ κοντινότεροι οι δεσμοί των θυμάτων με τους θύτες. Είναι πολύ συγγενέστερο το ανθρώπινο αίμα που χύνεται. Όμως, πάλι λίγοι είμαστε αυτοί που είμαστε πρόθυμοι να παλέψουμε για να σταματήσει αυτό το τρομακτικό ταξίδι προς το τίποτα. Τραγικά λίγοι κι εμείς -και μάλιστα όχι μόνον σε αριθμητικό πλήθος…

Και σήμερα, τι να πει κανείς, με την αφορμή της παρέλασης που θα ξεκινάει τώρα, όπου να’ ναι.  Άλλη μια σιδερόφραχτη παρέλαση, που, αλήθεια, γίνεται στη μνήμη ποιών?

Για τους νεκρούς του 1940, γίνεται? 

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα θυμάμαι τον αδελφό της γιαγιάς μου που τα κόκαλά του δεν γύρισαν ποτέ από τα βουνά της Αλβανίας.  Αλλά αν είχε επιζήσει ο θείος, θα ήταν τώρα 100 χρονών και βάλε, όπως κι οι άλλοι γέροι Κρητικοί που κάθονται τώρα με κατεβασμένα τα μούτρα για τα χάλια των παιδιών τους και των παιδιών των παιδιών τους και επιπλέον δεν μπορούν να δουν με ευκολία τους δισέγγονους και τις δισεγγόνες  τους που σε λίγο θα παρελάσουν. Καλύτερα που δε τα ζει αυτά που ζούμε, ο συγχωρεμένος ο θείος,  και δε βλέπει τα χάλια μας -και είμαι βέβαιος ότι κι ο θείος θα ήθελε μαζί με τη δική του μνήμη να μνημονεύουμε από εδώ και στο εξής και τους άλλους:   

Αυτούς που τέλεψαν επειδή τα φάρμακα τους ήταν πολύ ακριβά πια, για να τα πληρώνουν.

Εκείνον τον άνεργο μουσικό, θα τον θυμάσαι, που πήδηξε, αφού έσπρωξε πριν από αυτόν την κατάκοιτη μάνα του, στο κενό.

Τον παππούλη που η ψυχή του έφυγε μέσα από την πλατεία Συντάγματος ή για τον άλλο που έπεσε κάτω από το τρένο –οριστική στάση «Ακρόπολη».

Μακριά η λίστα των μαρτύρων κι από αυτό το προσκλητήριο των ζοφερών μας ημερών. Άσημοι και διάσημοι, δηλωμένοι και αδήλωτοι, πολλοί οι νεκροί του αποτυχημένου μνημονίου της "διάσωσής" μας. 

Κάτι να κάνουμε γι’ αυτά τα φριχτά που εξυφαίνονται στις μέρες μας, θα απαιτούσε ο θείος -και να τα σταματήσουμε αυτά τα αίσχη που μας συμβαίνουν -και να πούμε το δικό μας «Όχι», θα απαιτούσε ο θείος…  

Κι ύστερα σιωπή…

Υ.Γ. Μιας και πιάσαμε τα κατοχικά, θυμήθηκα αυτό που έγραφα παλιά κι επιμένω να λέω: "Το τραγικότερο, σαν συμπέρασμα, δεν είναι ότι οι “γερμανοτσολιάδες” έχουν πολιτικούς απογόνους, αλλά ότι είχαν φυσικούς απογόνους. Είναι αυτοί οι φυσικοί απόγονοι ανάμεσα στους υπόλοιπους που κυβέρνησαν και συνεχίζουν να κυβερνούν την Ελλάδα. Με την ψήφο μας."  

'Υψωμα Ελλάδα.

Πάλι θα χάσουμε. Το προαίσθημα της ήττας είναι το πρώτο που έρχεται πριν η ίδια η ήττα μπει θριαμβεύτρια στην αλωμένη πόλη. Δεν έχει σημασία που δεν κουβαλήσαμε όπλο και δεν ακούσαμε ήχο σφαίρας να περνάει δίπλα από το κεφάλι μας, εμείς πολεμήσαμε.
Δεν έχει καμία σημασία που δεν θα γραφούν ένδοξες ιστορίες για μας τους Έλληνες της πρώτης και δεύτερης 10ετίας του 21ου αιώνα. Δεν έχει σημασία που δεν έχουμε εμφανή ίχνη καταπόνησης στο κορμί μας, ούτε που δεν τραγουδούμε θούριους όλοι μαζί πριν την κάθε μάχη, εμείς πολεμήσαμε.
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα μας προσπεράσει γράφοντας απλά σε μια παράγραφο τα ποσοστά ανεργίας της χρονικής περιόδου, τα νούμερα του πληθωρισμού και ίσως τους αριθμούς των τυχαίων θυμάτων. Θα μάς περάσει στα γρήγορα για να πάει παρακάτω, αλλά εμείς πολεμήσαμε.
Είμαστε οι στρατιώτες που δεν φορέσαμε χακί αλλά διανύουμε ήδη τον 5ο χρόνο στο πεδίο της μάχης αντιστεκόμενοι απέναντι σε δύο εχθρικά στρατόπεδα που μάς κήρυξαν τον πόλεμο στα καλά καθούμενα. Δύο στρατόπεδα επανδρωμένα από ντόπιους και ξένους πολιτικούς εγκληματίες με ορδές υποστηρικτών να κάνουν εφόδους από το πρωί μέχρι το βράδυ, τόσο στην χώρα όσο και μέσα στα σπίτια μας. Δεν είχαμε την τύχη να μάς στηρίζει ούτε ηθικά μία άλλη χώρα σε τούτο τον πόλεμο. Μόνοι μας πολεμάμε.
Όλοι μάς χλευάζουν ότι είμαστε ένας λαός του καναπέ, που δεν θέλει να πάρει στα χέρια του την μοίρα της πατρίδας του. Μάς κουνάνε το δάκτυλο που δεν κάναμε ένοπλο αγώνα ενάντια στον εχθρό, που δεν μπουκάραμε στο κοινοβούλιο, που δεν βάλαμε βόμβες και δεν πήραμε κεφάλια. Οι αναλυτές του καναπέ προκαλούν χωρίς να πουν όμως ποιος είναι ο εχθρός. Έτσι στο χαμό να βγούμε με τα χασαπομάχαιρα στον δρόμο απλά για να κάνουν αυτοί χάζι στην αρένα των τηλεοράσεων. Τον εχθρό μόνο εμείς τον ξέρουμε γιατί εμείς πολεμάμε.
Κάθε μέρα τρέχουμε ανάμεσα σε ναρκοπέδια και φυλάμε τα νώτα μας όταν βρίσκουμε τρύπα να ξεκουραστούμε μη και μάς πιάσουν στον ύπνο οι φύλακες της Δημοκρατίας τους και μάς μπουζουριάσουν νωρίτερα από ό,τι θα περιμέναμε για χρέη που μάς φόρτωσαν καταδικάζοντάς μας για εσχάτη προδοσία. Κάθε μέρα μειώνουμε τα γραμμάρια ανθρώπινης χαράς για να βγει ο λογαριασμός στα φάρμακα ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που όταν είναι να διανύσουμε μεγάλη απόσταση για ένα μεροκάματο -έξι μέσα στο αμάξι- το μάτι μας δεν είναι στον δρόμο αλλά στον δείκτη της βενζίνης που ανάβει λαμπάκι και δεν βγαίνει ο γαμημένος ανήφορος 20 χιλιομέτρων με τα πόδια  στις 5 το πρωί με παγωνιά. Είναι ο τρίτος χειμώνας που κάνουμε μπάνιο με παγωμένο νερό ενώ νομίζουμε ότι κοροϊδεύουμε τα παιδιά μας λέγοντας ότι τα δώρα δεν έχουν αξία, παρά μόνο η αγκαλιά. Τα δικά μας παιδιά μόνο αγκαλιά παίρνουν εδώ και 4 χρόνια, ενώ εμείς την ίδια στιγμή τραβάμε τα μάτια μας από ντροπή και τα κολλάμε στο πάτωμα.
Πριν μάς κατηγορήσουν οι άνετοι της ζωής ότι όπλο δεν πήραμε ας έρθουν μία φορά στις πολλοστές που έχουμε ζήσει όταν οι γέροι γονείς  ανοίγουν το πορτοφόλι να τσοντάρουν από την πετσοκομμένη σύνταξή τους για το απλήρωτο ρεύμα και το νερό. Είναι από τις πολλές στιγμές που λες ότι ο πόλεμος της αναξιοπρέπειας είναι ο πιο σκληρός από όλους. Σε αυτόν πολεμάμε.
Ό,τι κι αν κάνουμε κάθε μέρα προσέχουμε να μην χτυπήσουμε, να μη πονέσει το δόντι μας, μην πάθουμε κολικό, μην σπάσουμε χέρι γιατί ξέρουμε ότι για μας νοσοκομείο δεν έχει. Η ιδέα ότι μπορεί μία βαριά ασθένεια να σου χτυπήσει την πόρτα είναι αυτή που σού σπάει τον τσαμπουκά και όταν σου καρφωθεί στο κεφάλι είναι σαν να έχεις φάει σφαίρα από ακροβολισμένο καθίκι που σε έχει βάλει στο στόχαστρο. Σε τέτοιον πόλεμο πολεμάμε.
Ανάμεσα σε όλα αυτά, τα καθημερινά που ξεσκίζουν την καρδιά περισσότερο από ό,τι θα πετσόκοβε το κορμί μας μια νάρκη, είναι που κάθε βράδυ πριν κλείσουμε κατ' ανάγκη τα μάτια μας έρχεται και σε χαστουκίζει η ευθύνη για την πατρίδα. Ρίχνεις την κουβέρτα σαν αδιάβροχο πάνω στους ώμους και γυροφέρνεις στο παγωμένο σπίτι, σαν στρατιώτης σε παγωμένο βουνό καταδικάζοντας τον εαυτό σου που σήμερα εσύ έζησες αλλά χάθηκε ένα κομμάτι ακόμα Ελλάδας. Αυτός είναι ο δικός μας πόλεμος.
Έχουμε αρχίσει να μαθαίνουμε να αποχαιρετάμε αδελφούς και φίλους που σαν να είναι ακρωτηριασμένοι στρατιώτες αφήνουν το πεδίο της μάχης Ελλάδα να βρουν μεροκάματο στην άκρη της γης. Αυτοί είναι οι πιο άτυχοι από όλους μας διότι ξέρουν ότι δεν θα δουν το τέλος αλλά δεν θα ξαναδούν την Ελλάδα όπως την γνώριζαν. Η Ελλάδα θα πεθάνει μαζί με μας τους τελευταίους που ξέρουμε ότι δεν θα αντέξουμε να κρατάμε ακόμα για πολύ.
Η ήττα μας είναι σίγουρη. Το βλέπουμε στα πρόσωπα των θριαμβευτών πολιτικών άκαπνων σωτήρων, πληρωμένων προδοτών και αθάνατων γειτόνων που αλαλάζουν με την ψήφο στο χέρι σαν τις πουτάνες της Κατοχής του '40 την ώρα που έφθαναν οι αξιωματικοί των Ες Ες με σοκολάτες και ψωμί για να το γλεντήσουν.
Εμείς οι Έλληνες, των πρώτων δεκαετιών του 21ου αιώνα -μικροί, ήσυχοι και αόρατοι- την ήττα μας πολεμήσαμε. Και είμασταν άριστοι στρατιώτες.

26 Οκτωβρίου 2014

Ο Λάκης, ο Σταύρος και ο "Ηλίθιος"!


Δεν του έχω και καμιά ιδιαίτερη εκτίμηση του Λάκη, του εθνικού διασκεδαστή του πόνου μας. Δεν του τρέφω εκτίμηση γιατί, παρόλο που είχε κάνει κάποτε αίσθηση με τους 10 μικρούς του Μήτσους, δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί την ανεπανάληπτη εκείνη επιτυχία για να γίνει ένας καλύτερος ηθοποιός ή για να γίνει ένας καλύτερος stand-up-comedian ή αν δεν τα μπορούσε αυτά, τουλάχιστον να γίνει ένας λιγότερο προβλέψιμος θεράποντας του "άρπα-κόλα".  

Ομολογώ ότι θεωρώ τις εκπομπές του βαρετές και βρίσκω τα περισσότερα αστεία του κακόγουστα, αν και λέει και κανένα καλό που και που, αλλά αυτό είναι μόνο θέμα γούστου.  Δεν θα είχα ασχοληθεί με την αφεντιά του, αν δε έπεφτε το μάτι μου στην πιο διάσημη ατάκα του των ημερών που μου τράβηξε την προσοχή:  «Είναι κρίμα που ο Ντοστογιέφσκι δεν γνώρισε τον Σταύρο Θεοδωράκη πριν γράψει τον "Ηλίθιο"». 

Δεν έχω την παραμικρή εκτίμηση στον Σταύρο, τον νεόκοπο εθνοσωτήρα που κατεβαίνει στον στίβο της πολιτικής από το ποτάμι. Δεν του τρέφω καμία εκτίμηση, παρόλο που ζώντας μακριά από την Ελλάδα, δεν παρακολούθησα ποτέ την δημοσιογραφική του πορεία και υπό κανονικές συνθήκες δεν θα μπορούσα να εκφέρω γνώμη. Έτυχε όμως να δω μια-δυο από τις τελευταίες του εκπομπές στην τηλεόραση και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για έναν δημοσιογράφο που πάντα έβγαζε την ουρά του έξω από τα ρεπορτάζ που έκανε  ο ίδιος, ενδεχομένως για να μην στιγματίσει το προσεκτικά μακιγιαρισμένο προφίλ του. Το προφίλ «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ». Δημοσιογράφος που κάνει τη δουλειά του και δεν παίρνει στο τέλος του ρεπορτάζ του θέση. δε βγάζει συμπέρασμα για το θέμα που διαπραγματεύεται, δεν είναι κατά τη γνώμη μου δημοσιογράφος.

Καλός δημοσιογράφος ή όχι, ο Στάυρος, είναι στο κάτω-κάτω ένα θέμα υποκειμενικό το΄συμπέρασμα που έβγαλα εγώ, είναι ότι ο Λάκης, αν έχει διαβάσει Ντοστογιέφσκι, που προσωπικά αμφιβάλλω έντονα, το βέβαιο είναι ότι δεν έχει διαβάσει ποτέ τον «Ηλίθιο», γιατί βέβαια ο Σταύρος δεν μοιάζει καθόλου με τον πρίγκιπα Μίσκιν, τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, που είναι ορφανός και που όλη του η περιουσία είναι ένα μπογαλάκι ρούχα. Που δεν ξέρει τίποτα απ' τη ζωή...  Περισσότερο μοιάζει ο Σταύρος με τον τυχοδιώκτη Ραγκόζιν, αλλά ας μην κουράζω περισσότερο με αυτό το θέμα τους φίλους που, όπως και ο Λάκης, δεν έχουν διαβάσει ποτέ τον «Ηλίθιο».

Εμπλεκόμενος σε αυτή την σαχλή ιστορία της αποδόμησης (sic) του Σταύρου από τον  Λάκη, άκουσα μοιραία και το σχόλιο του πρώτου στην σπουδαία εκπομπή του ακόμα σπουδαιότερου ψιττακού της Τηλεδημοκρατίας μας και είδα και το βίντεο του αποσπάσματος της εκπομπής -ας είναι καλά το διαδίκτυο. 

Μου σηκώθηκε η τρίχα με τον απίστευτο ισχυρισμό του νεόκοπου εθνοσωτήρα ότι η αύξηση των εισοδημάτων των λιμοκτονούντων θα έχει αρνητική επίπτωση στην οικονομική θέση της χώρας, επειδή οι λιμοκτονούντες, το λέει και η λέξη, πεθαίνουν από την πείνα και θα σπεύσουν να αγοράσουν τρόφιμα αν αυξηθούν τα εισοδήματά τους, όταν το 40% αυτών των τροφίμων εισάγεται! 

Δεν ξέρω αν στη συνέχεια της περίφημης εκπομπής, ξεδίπλωσε τα σχέδιά του για το πώς αυτό το 40% των τροφίμων που σήμερα εισάγονται, στο άμεσο μέλλον  θα παραχθούν ξανά εγχώρια ή αν εξήγησε πώς σκέφτεται, όταν θα γίνει Πρωθυπουργός, να σταματήσει την αισχροκέρδεια των μεγαλομπακάληδων που με τις τριγωνικές τους συναλλαγές και τ' άλλα κόλπα αδειάζουν το ζεμπίλι της Μαρίας. Δεν ξέρω καν, αν στο πολιτικό πρόγραμμά του, ο Σταύρος, προβλέπει κάτι για τους άπορους, ώστε τα κάρα του Δήμου να τους μαζεύουν από τους δρόμους τους λιμοκτονούντες, προκειμένου να μην υπονομευθεί η οικονομική θέση της χώρας ή αν έχει κάποιο άλλο σχέδιο.

Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα, είναι μετά από αυτά, επιμένω να μην αλλάζω ούτε κόμμα από το σχόλιο που είχα κάνει τον περασμένο Φεβρουάριο όταν  πληροφορήθηκα την ίδρυση του νέου πολιτικού φορέα «από τα κάτω», σύμφωνα με τον ανεπανάληπτο ισχυρισμό του αθεόφοβου Σταύρου!

Έλεγα λοιπόν:  

Μόνο με καχυποψία μπορεί να ιδωθεί οποιαδήποτε προσπάθεια του κατεστημένου, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα σιγανά ποτάμια του, να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην προοπτική της διακυβέρνησης από τον Συ.Ριζ.Α. 

Επιτέλους, μέσα στον ορυμαγδό που έχει προκαλέσει ο παραγοντισμός, ο παρασιτισμός, η παραβατικότητα και ο παλιμπαιδισμός όλων αυτών που μας κυβέρνησαν τα τελευταία 40 χρόνια και που με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους οδήγησαν την Ελλάδα κι εμάς τους Έλληνες σε ένα από τα χαμηλότερα σημεία της νεότερης ιστορίας μας, πρέπει να περάσουν στη γωνία.

Θα χρειαστούν μόνο λίγοι μήνες για να φανεί αν ο Συ.Ριζ.Α. μπορεί να κάνει την μεγάλη τομή που απαιτείται για να κάνουμε το βήμα προς τα εμπρός. Μόνο λίγοι μήνες για να αποδείξει ο Συ.Ριζ.Α. αν μπορεί ή αν ανήκει κι αυτός στον κάλαθο της Ελληνικής ιστορίας. Μακάρι να ισχύει το πρώτο, γιατί είναι αυτό που τώρα χρειαζόμαστε. Αν όμως –όπως πολλοί κι ευλόγως υποψιαζόμαστε- ισχύει το δεύτερο, ας τελειώνουμε με ετούτο το κατώτερο των περιστάσεων πολιτικό σύστημα μια και καλή. Μια ψυχή που είναι να βγει, πρέπει να βγει! 

Οποιαδήποτε προσπάθεια να στηθούν αναχώματα από σιγανά ποτάμια και τους παραπόταμούς τους, μόνο επιτείνει, χωρίς χρήσιμο λόγο, την αγωνία εκατομμυρίων Ελλήνων.

Υ.Γ. (δανεισμένο από τον Σεφέρη) "Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές, μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και πού τις προσκυνούμε..." 

To κολάζ είναι από την OKTANA

24 Οκτωβρίου 2014

« Οι Αναλυταράδες και οι Αληταράδες».



Μετά από τόσους μήνες που, σιγά και βασανιστικά, γίνανε χρόνια, χρόνια που τα περάσαμε ακούγοντας αυτούς τους βλαπτικούς ανθρώπους που συνιστούν το πολιτικό προσωπικό της χώρας μας να αερολογούν γύρω από την μείωση του δημόσιου τομέα και την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, το σημαντικότερο επεισόδιο του σουξεδιάρικου αυτού σίριαλ του «Ανθρωποκυνηγητού», ήταν εκείνο το επεισόδιο με τους φωστήρες που μας κυβερνούν να γελοιοποιούνται,  ρεζιλεύοντας μαζί κι ολόκληρη την Ελλάδα με το περίφημο μαύρο στην ΕΡΤ που τάραξε όλη την Ευρώπη και προξένησε μόνο απαξιωτικά πρωτοσέλιδα στον διεθνή Τύπο!

Τους είδαμε, ακόμα, να ταπεινώνουν τον θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης, καταργώντας τη Δημοτική Αστυνομία και προκαλώντας μόνο ανώφελα έξοδα αποζημιώσεων για τους δημοτικούς αστυνομικούς έξοδα και οδύνη. Επιπρόσθετα, κατάφεραν να επιφέρουν το κυκλοφοριακό χάος σε τουριστικούς Δήμους, όπως για παράδειγμα στον δήμο των Χανίων, από όπου κρατάει κι η σκούφια του κ. «υπουργού» επί των Απολύσεων και της Διοικητικής Απορρύθμισης.  Έτι περεταίρω, δρομολόγησαν και μιαν απίστευτη διαφυγή εσόδων από τα χαμένα πρόστιμα προς τους αδιόρθωτους πειρατές της ασφάλτου.

Τους παρακολουθήσαμε, επίσης, να προσβάλλουν  τη δημόσια τεχνική εκπαίδευση, αυξάνοντας και πάλι τα έξοδα του φαιδρού μας κράτους, αφού για πολλούς μήνες πληρώνονταν και ίσως ακόμα, ετούτη την ώρα που μιλάμε, να συνεχίζουν να πληρώνονται κάποιοι άνεργοι  δάσκαλοι τεχνικών ή μουσικών μαθημάτων για το μαρασμό τους  ένα πρωί τους είπανε ότι περίσσευαν κι αυτοί, λες και ήταν απολειφάδια περιττά ή επειδή, τάχα, περίσσευαν στους γονείς, για να πληρώνουν ιδιωτικά για τα παιδιά τους ό,τι το αχρείο κράτος μας, αναίσχυντα, κατάργησε εν μια νυκτί  από τον δημόσιο τομέα. 

Τους θαυμάσαμε, ακόμα, να δίνουν αβέρτα υλικό στους γελοιογράφους και τους επιθεωρησιογράφους, στην τιτανομαχία αρχών (sic)  με αντίπαλο τις καθαρίστριες  του υπουργείου Οικονομικών,  κάνοντας ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα, έστω και ενδόμυχα, να είναι αλληλέγγυα  στον αγώνα αυτών των γυναικών.

Όλοι μας πια αναρωτιόμαστε αν θα μπει κάποτε ένας φραγμός σε αυτήν την αστέρευτη γελοιότητα των κατάπτυστων πρωταγωνιστών των ζοφερών μας ημερών.  Φευ!

Με αφορμή τις νομιμοποιήσεις συμβασιούχων στον πρώην Δήμο Δραπετσώνας, με φρίκη ακούσαμε την ανταλλαγή χαρακτηρισμών και άλλους αδιέξοδους διαξιφισμούς για το αν είναι «αριστερότερο» ή «δεξιότερο» να προφυλάσσονται από την εξαθλίωση άνθρωποι ανίκανοι για την εργασία  για την οποία προσελήφθησαν. Ανίκανοι προς το ζην, στην Ελλάδα των μνημονίων, καταδικασμένοι εις θάνατον από τον κ. «υπουργό», πληρώνοντας  όμως, έως ότου εκδοθεί η θανατική τους καταδίκη, τα αντίστοιχα οργανογράμματα στις υπηρεσίες τους. Έχουμε έτσι το φαινόμενο, μετά από τέσσερα χρόνια κρίσης, να πληρώνουν θέσεις καθαριστριών, γυναίκες που δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά για την οποία προσελήφθησαν, οπότε το έργο τους, θα το εκτελεί, ασφαλώς, κάποιος εξωτερικός εργολάβος, φίλος  ίσως,  των φίλων του κ. «υπουργού». 

Αυτά είναι τα αποτελέσματα των πράξεων και των παραλείψεων των βλαβερών υποκειμένων που ορίζουν τις τύχες μας!

Οι άλλοι, της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μπορούν να λένε ότι θέλουν, και θα φτάσει και η δική τους ώρα να κριθούν, αλλά ο αχαρακτήριστος που, με την πατρική  ασφαλώς παραίνεση, κάνει επιδοτούμενα φροντιστήρια σωτηρίας στου κασίδη ραγιά το κεφάλι, δεν δικαιούται μετά από τόσον χρόνο στο υπουργείο του, να ελεεινολογεί.

Διότι γνωρίζει ή τουλάχιστον οφείλει να γνωρίζει, ο κ. «υπουργός», ότι οι πρόγονοί του και οι όμοιοί τους, είναι εκείνοι που δημιούργησαν το πελατειακό κράτος πάνω στο οποίο, σαν δηλητηριώδη μανιτάρια, ευδοκιμούν αυτός και οι δικοί του. Ειδικά για την ρουσφετολογική δράση του πατρός του κ. «υπουργού» είναι γνωστή και παροιμιώδης η ανεκδοτολογία.

Είναι γεγονός ότι το ελληνικό Δημόσιο λειτούργησε επί δεκαετίες ως παραπλήρωμα του χωλού κοινωνικού μας κράτους. Έτσι, οι ανήμποροι, αντί για να εντάσσονται στα ειδικά προγράμματα που διασφαλίζουν την κοινωνική ένταξη ατόμων με ειδικές ανάγκες, με αντάλλαγμα τις ψήφους τους, διορίζονταν, κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα του  Δημοσίου, να φάνε κι αυτοί οι χριστιανοί ένα ξεροκόμματο. Τέτοιο κράτος έφτιαξαν οι πρόγονοι του κ. «υπουργού» και τώρα που έφτασε ο κόμπος στο χτένι, οι όμοιοί του, όρισαν αυτόν να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά.  

Μετά από τέσσερα χρόνια κρίσης και μετά από ενάμιση χρόνο που παριστάνει τον υπουργό, ο πολιτικός περονόσπορος της Κρήτης, δεν έχουν καταφέρει -αυτός και ο εσμός των συμβουλατόρων του, να φέρουν σε πέρας, τουλάχιστον, μιαν απογραφή των ακατάλληλων προς εργασία υπαλλήλων, όχι για την κυριολεκτική θανάτωσή τους που ευαγγελίζεται ο ίδιος, αλλά για τον σχεδιασμό της εναλλακτικής αποκατάστασής τους. Μετά από τέσσερα χρόνια κρίσης, οι ανεπάγγελτοι που μας κυβερνούν, δεν έχουν καταφέρει να διεκδικήσουν ούτε ένα καπίκι από τους πόρους που διατίθενται μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων για την επαγγελματική αποκατάσταση ατόμων με ειδικές ανάγκες. Αλλού, άλλοι,  επιτελούν θαύματα με τα διαθέσιμα εργαλεία, αλλά ετούτοι εδώ, οι δικοί μας οι κουτοπόνηροι, προτιμούν να κρύβουν τους αναξιοπαθούντες ως πολύτιμη εκλογική πελατεία στα οργανογράμματα των δημοσίων υπηρεσιών και των οργανισμών που διοικούν, έως την ύστατη στιγμή. 

Ελλείψει άλλου, σοβαρότερου επιχειρήματος, τον ακούσαμε να κοκορεύεται, από το βήμα της Βουλής, ο κ. «υπουργός», ότι «εκεί έξω» υπάρχουν κι άλλοι αναξιοπαθούντες, οπότε ουδεμία οπισθοχώρηση επιτρέπεται να γίνει προς τις ανάπηρες καθαρίστριες. Λες και το «εκεί έξω», δεν είναι ο κρανίου τόπος που αργά και σταθερά δημιούργησε ο ίδιος και οι συνοδοιπόροι του κ. «υπουργού».

Κι ας μην μας απαντήσει ο κ. «υπουργός» ότι αυτή είναι η αποστολή άλλων υπουργείων ή άλλων «υπουργών», γιατί διακινδυνεύει να βρεθεί κανείς να του θυμίσει τι λένε οι διάφορες θεωρίες διοίκησης για την τυπική και την άτυπη επικοινωνία εντός ενός οργανισμού, πόσο μάλλον μιας κυβέρνησης, στην οποία έχουμε την πρόσθετη ατυχία να υπηρετεί και ο ίδιος. 

Ασφαλώς, δεν φτάνει να έχει κανείς κορνιζωμένα τα πτυχία του στον τοίχο του υπουργικού του γραφείου, πρέπει να τα έχει καταλάβει κιόλας αυτά που διδάχθηκε για να τα πάρει τα πτυχία του. Όταν δεν έχει κανείς καταλάβει τι διδάχθηκε στα σπουδαία πανεπιστήμια όπου φοίτησε, κι όταν είναι και άψητος και ανεπάγγελτος από πάνω, τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα –δεν ξέρω αν θα συμφωνούσε ο κ. «υπουργός».

Υ.Γ. Κάποτε, σε μια προσπάθεια διατύπωσης μιας γνώμης για την αξιολόγηση στον «υπερτροφικό» δημόσιο Τομέα, είχα γράψει ένα μικρό κείμενο που το τιτλοφόρησα « Οι Αναλυταράδες και οι Αληταράδες». Τους Αναλυταράδες δεν τους είδαμε να κάνουν καμιά δουλειά, τόσον καιρό ούτε να επιφέρουν κάποια βελτίωση∙ τώρα, λέει, θέλουν να τους διώξουν και τους Αναλυταράδες και να μείνουν ξανά μόνοι τους, οι Αληταράδες, να συνεχίσουν απερίσπαστοι το καταστροφικό τους  έργο. 

Το κολάζ είναι από την ΟΚΤΑΝΑ

20 Οκτωβρίου 2014

Παιδιά του Ebola virus factory ...


Παιδιά του Ebola virus factory ...
Αν είναι να βγάλετε στους δρόμους μέχρι και μισθοφόρους προστάτες της υγείας μας σκοτώνοντας όποιον- κατά τη γνώμη τους - exει τον ιό δώστε μου το φάρμακο να τελειώνουμε... θα το πάρω!
Δεν είναι ανάγκη να σκοτωθούμε μεταξύ μας για ένα marketing ... έλεος ...
Αφού είμαι καλό παιδί και υπάκουος... και πάντα παίρνω το φάρμακό μου...
Τι;... θα πάμε τώρα κόντρα στις φαρμακευτικές;...

Παιδιά του Ebola virus factory ...
Αν είναι να βγάλετε στους δρόμους μέχρι και μισθοφόρους προστάτες της υγείας μας  σκοτώνοντας όποιον- κατά τη γνώμη τους - exει τον ιό δώστε μου το φάρμακο να τελειώνουμε... θα το πάρω! 
Δεν είναι ανάγκη να σκοτωθούμε μεταξύ μας για ένα marketing ... έλεος ...
Αφού είμαι καλό παιδί και υπάκουος... και πάντα παίρνω το φάρμακό μου... 
Τι;... θα πάμε τώρα κόντρα στις φαρμακευτικές;... 

{Χάρης Καφετζόπουλος}

18 Οκτωβρίου 2014

Ξημερώνει

Σήκω να χορέψεις ένα ζεϊμπέκικο σαν εκείνα τα παλιά που χόρευαν κάποτε πάνω σε μωσαϊκά λεκιασμένα με ρετσίνα. Απέκτησε πάλι αφορμή να υψώσεις τα χέρια ψηλά και να μιλήσεις κρυφά με τους θεούς που κρύφτηκαν σαν τα ξωτικά πίσω από την κορυφή του Ολύμπου μην αντέχοντας πια τα λόγια των θνητών κινούμενων πεθαμένων. Επάνω στην πρώτη στροφή να ανοίξεις πάλι τα χέρια σαν φτερά , έτσι για να θυμηθείς ότι κάποτε μπορούσες να πετάξεις ως Αετός . Στο μαγαζί αυτό που στριμωχτήκαμε όλοι, ο ένας δίπλα στον άλλον, με τα φθαρμένα μας ρούχα και την αξιοπρέπεια διπλωμένο χαρτάκι στην τσέπη του πουκαμίσου, ας το γλεντήσουμε πριν το ξημέρωμα έρθει.
Πριν αρχίσουν οι τοκογλύφοι να μπαίνουν στο χωριό ρίχνοντας μπετόν στα χωράφια που κάναμε κόντρες καβάλα σε ασέλωτα άλογα. Πριν αρχίσουν να κόβουν τα δέντρα που σαν παιδιά χαράζαμε τον έρωτα μας στον κορμό τους και την άλλη μέρα μέσα στα κλάματα τούς βάζαμε γάζα ζητώντας συγνώμη για την αλαζονεία της στιγμής. 
Στον καφενέ που βρέθηκες απόψε κάψε την Μνήμη πριν την ποδοπατήσουν εις το όνομα της αξιοποίησής σου ατσαλάκωτα ανδρείκελα. Κοίτα ψηλά στον κιτρινισμένο τοίχο τον εαυτό σου να καμαρώνει με το πρώτο κουστουμάκι σου, δίπλα στους δικούς σου, σε μια φωτογραφία "εβδομαδιαία". Αυτό το κουστουμάκι που κόστισε μισό ιδρωμένο μηνιάτικο του πατέρα σου και συ έκανες μούτρα για το παπιγιόν, παρά του ότι πια είχες γίνει άντρας. 
Πάρε την στροφή αργά σε αυτό το ζεϊμπέκικο γιατί μέσα σου όλα είναι εύθραυστα. Μην σπάσει η καρδιά. Οι στροφές που έδωσες για να μείνεις άνθρωπος την έχουν ήδη ραγίσει. Σταθμοί αναχωρήσεως, γράμματα του πατέρα από την ξενητειά και μια φωτογραφία να γελά με το δάκρυ πνιγμένο στην παλάμη. Επαναπατρισμός. Μια αγκαλιά και μετά πάλι "καλή αντάμωση". 
Κράτα τα πόδια κολλημένα στο πάτωμα γιατί τώρα αρχίζει το ταξίμι να ξύνει πληγές σαν λάμα ακονισμένη με το δικό σου χέρι. Ήταν να φύγεις κάποτε, να μην κυλιστείς σε αυτό που έβλεπες ότι έρχεται. Σαν στρατιώτης με το σάκο στην πλάτη θα είχες φθάσει στο φεγγάρι αν αυτόν τον τόπο δεν λάτρευες. "Γιατί πατρίδα σαν αυτή δεν έχει", έλεγες. Και δεν εννοούσες τα σύνορα, τις λέξεις, την ιστορία, τον ήλιο. Η Μνήμη ήταν. Εκατομμύρια σταγόνες Μνήμης που κυλάνε στα χιλιόμετρα φλεβών σου. Που σου δόθηκαν με την σύλληψή σου μέσα σε ένα κορμί και που σε κράτησαν όρθιο όταν έπρεπε να θάψεις κομμάτια ψυχής ολόκληρα δικά σου, παιδιά σου, αδέλφια σου, για να συνεχίσεις αυτό τον αέναο κύκλο που σου χαρίστηκε απλόχερα χωρίς να το ζητήσεις.
Κλείσε τα μάτια τώρα που το ζεϊμπέκικο αρχίζει να τελειώνει. Άσε να αστράψει το μαχαίρι που χρόνια έχεις κρυφά τυλιγμένο στο πανί μιας γυναίκας που σε αυτό τύλιγε το ζυμωμένο με τα χέρια της ψωμί να πάρεις για το δρόμο. Σε λίγο θα μπουν στο χωριό. Σε λίγο θα αρχίσουν να ξηλώνουν τις φλέβες σου. Θυμήσου τι είσαι. Ξημερώνει.

Η Μύκονος του Γιώργου Βέλτσου ...


Έργο του ΜΙΚΗ ΜΑΤΣΑΚΗ
''Απ' το ψήλωμα, Μύκονος''
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ 
Η Μύκονος του Γιώργου Βέλτσου
Ο καθηγητής και ποιητής επιστρέφει στο νησί των Κυκλάδων για να μας το δείξει έτσι όπως δεν το ξέρουμε και για να γράψει για τις ιδέες και τους ανθρώπους που το κατοίκησαν πραγματικά, προτού ο τουρισμός και το τζετ σετ τού κάνουν το μνημόσυνο 
«Γεννήθηκα στη Μύκονο. Δεν γεννήθηκα εκεί. Γεννήθηκα για δεύτερη φορά το καλοκαίρι της χρονιάς που πέθανε η μητέρα μου. Βρέθηκα στη θέση της για πρώτη φορά, στη βεράντα του σπιτιού της, απέναντι από τη φοινικιά και τη δύση. Ευθυγραμμίστηκα, στην τελική ευθεία, προς δυσμάς.
Γράφω για τη Μύκονο. Ξηλώνω και υφαίνω έναν ιστό από δημοσιευμένα και αδημοσίευτα γραπτά μου. Και δεν λογαριάζω τους μνηστήρες... 
Στο σπίτι μου, στη Μύκονο, στην ντουλάπα του διαδρόμου, διακρίνω ακόμα τις γραμμές-σημάδια που χάραζε ο πατέρας μου όταν με έστηνε μ΄ ένα βιβλίο στο κεφάλι για να δει πόσο είχα ψηλώσει από το προηγούμενο καλοκαίρι. Πριν λίγα χρόνια, έβγαλα την ντουλάπα στη βεράντα και την έβαψα. Ο Στάθης, ο γιος μου, με ρώτησε: «Σβήνεις τα ίχνη σου;». 
Στην Αθήνα, σ΄ έναν καθρέφτη, έχω βαλμένες δύο φωτογραφίες. Την πρώτη, μαυρόασπρη, τράβηξε ο πατέρας μου από τη βεράντα, όταν ήμουν δύο χρονών. Τη δεύτερη, ο γιος μου. Ο Στάθης και ο Στάθης. Και τις δυο φορές, ο ίδιος ήλιος δύει πίσω από τη φοινικιά που μεγαλώνει. Δεν δύει. Δύουν οι άνθρωποι. Σκοτεινιάζουν. Μπερδεύονται με τις σκιές. 
Ξέρω τη διαδρομή του ήλιου στον ορίζοντα. Μου την έδειχνε ο πατέρας μου. Αρχίζει την πορεία του από δεξιά προς τα αριστερά της γραμμής του ορίζοντα. Τη μικρότερη μέρα του χρόνου βασιλεύει στις Δήλες. Τη μεγαλύτερη, στον κάβο της Τήνου - τη Μεγαλόχαρη. Εδειξα κι εγώ στον γιο μου την πορεία του ήλιου. Αυτός μου έμαθε τον μύθο της πράσινης ακτίνας, όπως τον άκουσε στην ομώνυμη ταινία του Ρομέρ: πρέπει να δεις, την τελευταία στιγμή, πράσινο φως. Από τότε πέρασα πολλά ηλιοβασιλέματα για να δω την υπόσχεση του παντοτινού έρωτα. Ομως, τα μελτέμια και τα μποφόρ ελαττώνουν την ορατότητα. 
Βλέπω το τελευταίο φως. Βλέπω και το πρώτο βαπόρι. Το ίδιο βαπόρι που ψάχνω, στην τηλεόραση, στις ελληνικές ταινίες του ΄50, όταν δείχνουν σκηνές αποχωρισμού στου Τζελέπη. Βλέπω το φως ζωγραφιστό σε μια ακουαρέλα του Πολυκανδριώτη. Θέμα της, ο Αϊ-Χαραλάμπης στη Βίδα κι ένα πανί κατά την Τήνο. Μικρός, μου τραγούδαγαν την Ξανθούλα που πάει στην ξενιτιά κι έκλαιγα. Αλλά δεν ήμουν θλιμμένος, λυπόμουν το πανί. 
Στη Μύκονο μού επιβάλλεται το «Ημερολόγιο καταστρώματος» από έναν υπέρτατο καπετάνιο. Ερχομαι από την Αθήνα σαν τους ναυτικούς που τους στέλνει αεροπορικώς η εταιρεία να μπαρκάρουν στη Χάβρη. Ερχομαι και περιμένω να βρεθώ «πράσινο με πράσινο», όπως λεν οι ναυτικοί, με το καμαρωτό «Αγγέλικα». Θα πετρώσω εδώ, σαν εκείνο το κομμάτι πλώρης που το είχαν τσιμεντώσει, στην άκρια του μόλου της Ραφήνας, και που ήταν σαν να ταξίδευε. 
Η ακουαρέλα του Πολυκανδριώτη «ΑϊΧαραλάμπης»

 Ε πιστρέφω στη Μύκονο, εκεί όπου λίγοι Μυκονιάτες έχουν πάει. Και μου είναι αδιάφοροι οι κοσμικοί, οι σύννομοι ή παράνομοι επαγγελματίες, οι ξενοδόχοι και οι ιδιοκτήτες μπαρ, που με αντίτιμο τον φόρο τους στον Δήμο (όσες φορές δεν διαπράττεται το έγκλημα της κατάχρησης, όπως καλή ώρα), αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του νησιού εν ονόματι του τουρισμού. Μου έρχεται στον νου η εικόνα μιας σειράς αιχμαλώτων στα υψίπεδα της Μεσοποταμίας. Ρακένδυτοι, προχωρούν εξαντλημένοι προς μια χάρτινη Βαβυλώνα. Εχω δει τη σκηνή εδώ, στο «Σινέ Αρτεμις», πριν η Μύκονος φτάσει να κινηματογραφεί τον εαυτό της με τους χιλιάδες αιχμάλωτους τουρίστες. Θυμάμαι αυτό το πλήθος των κομπάρσων στην οθόνη να προχωρά. Μερικοί, πέφτοντας, πεθαίνουν ακαριαία.
Σήμερα «Μυκονιάτη» σε πολιτογραφεί η βίλα σου κι αυτό η Μύκο νος δεν θα το συγχωρέσει. Οπως δεν θα συγχωρέσει και τους Μυκονιάτες εκείνους- και είναι πολλοίπου δεν γνωρίζουν ότι συμπατριώτισσά τους υπήρξε η Μέλπω Αξιώτη. Θλίβομαι γιατί οι πιο χαριτωμένοι, οι πιο είρωνες και ομιλητικοί νησιώτες, μ΄ εκείνη τη χαρακτηριστική τραγουδιστή ντοπιολαλιά, έχουν πάθει κατάθλιψη πολιτισμική- χοντροί απ΄ το ουίσκι και τις χειμερινές εξορμήσεις στην Ταϊλάνδη. Αλλά ευτυχώς όχι όλοι. Ο Παναγιώτης Κουσαθανάς, ο Ηλίας Ντελόπουλος, ο Δημήτρης Ρουσουνέλος, ο Νίκος Ασημομύτης, η Πανωραία Γαλατά, που της χρωστώ τη φωτογραφία, είναι φαεινές εξαιρέσεις. 
Σήμερα η «Μύκονος» πουλιέται ως παρηγοριά και σε πολύ ακριβή τιμή (έξι χιλιάδες ευρώ το τετραγωνικό, όσο ένας τάφος στο Πρώτο Νεκροταφείο). Πουλιέται: στα κανάλια, στα περιοδικά, σε πολυτελείς ιλουστρασιόν καταλόγους διεθνών κτηματομεσιτικών οίκων. Πουλιέται ως τρόπος ζωής (διαβάστε τη Σίβυλλα). Μπορώ να πω ότι όσο βαθαίνει ο χωρισμός της Μυκόνου από τη «Μύκονο», τόσο στο βλέμμα αυτών που συνεργούν σε τούτη την ά-νοστη (δηλαδή χωρίς επιστροφή και νόστο) απομάκρυνση, θα βλέπω, κάθε φορά που μετατοπίζομαι προς τα εκεί, νοσταλγικά, τον θάνατο υπό μορφήν αμνησίας, απληστίας και απελπισίας. 
Στη Μύκονο, μπροστά στη φοινικιά του γείτονα, έμαθα να γράφω ποίηση. Θυμάμαι, έφηβος, να σεργιανώ με τους Προσανατολισμούς, σ΄ εκείνη την έκδοση του Γαλαξία, υπό μάλης. Θυμάμαι τις συνομιλίες μου με τον συγγραφέα του Ιστορικού λεξικού του μυκονιάτικου ιδιώματος , τον αείμνηστο Σταύρο Μάνεση. Θυμάμαι ακόμη το επιτύμβιο που διάβαζα στο μάρμαρο εκείνης της «Κόρης της Μυκόνου» που θησαυρίστηκε από τον Κυριαζόπουλο στο Λαογραφικό Μουσείο: ΕGΟ DΟRΜΙΟ ΕΤ CΟR ΜΕUΜ VΙGΙLΑT («Εγώ κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά»· «κοιτάζει τ΄ άστρα στον ουρανό και το δοιάκι και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι», θα συνεχίσει ο Σεφέρης. 

Ο  Γιώργος Βέλτσος φωτογραφίζεται στο σπίτι του στη Μύκονο.
Πίσω του ένα μέρος από τη συλλογή υπέρθυρων της μητέρας του Αννας Βέλτσου.
Δεξιά,ακουαρέλες του Πολυκανδριώτη με τοπία της Μυκόνου

Τ ον Δεκαπενταύγουστο, είδα όλους τους σιωπηλούς μου αποθαμένους-πάππο, πατέρα, μάνα- να συνωστίζονται στη δέηση που έκανε ο παπάς στην Ελεούσα. Ακουσα όλα τα ονόματα. Και στο « είπωμεν » του παπά μουρμούρισα κι εγώ το« αιωνία αυτών η μνήμη ».

Η παλαιά Μύκονος.
Από το λεύκωμα «Μύκονος.Θεόκλη- τος Τριανταφυλλίδης 1908-
1977» (Ελευθερουδάκης,2007) 
Σαν να μην έχει ποτέ υπάρξει
Στους φωταγωγημένους δρόμους της Χώρας, όπου όλα λάμπουν για να σβήσουν στο τέλος της σεζόν, συλλογίζομαι πόσο εν τέλει το παρελθόν συνίσταται από το παρόν και πόσο η Μύκονος είναι σαν να μην έχει ποτέ υπάρξει. Σαν να μην είχαν εξοριστεί εδώ ο Γ. Παπανδρέου και ο Σ. Γονατάς· σαν να μην είχε γράψει, στη βεράντα του ξενοδοχείου «Απόλλων», ο Καραγάτσης· να μην είχε διαφωνήσει ο Καραντώνης με τον Θεοτοκά στα τραπεζάκια του Σκαρόπουλου· η Μελίνα με την Αλέκα Κατσέλη να μην είχαν χαθεί στα ασβεστωμένα σοκάκια· ο Τάκης Χορν να μην είχε χορέψει, στη βεράντα της Αννας Βέλτσου, ταγκό του Εντουάρντο Μπιάνκο (με έβαζαν κάθε τρεις δίσκους ν΄ αλλάζω τη βελόνα στο γραμμόφωνο, παράκληση δική μου για να είμαι παρέα με τους μεγάλους)· ο Ντιόρ να μην είχε παραγγείλει τα παντελόνια του στον Ιωσήφ Σαλάχα («le roi des pantalons», όπως τον αποκαλούσε)· ο Λε Κορμπυζιέ να μην είχε σχεδιάσει την Παραπορτιανή· ο Μόραλης, τη Μεγάλη Αμμο. Αλλά και ο Ταχτσής, σαν να μην είχε ξενυχτήσει στο Ρierro΄s· ο Derrida να μην είχε ενθουσιαστεί στο ταβερνάκι του Σκεπαθιανού· και ο Μισέλ Ντεγκύ, στα βήματα του Χάιντεγκερ, να μην είχε προσκυνήσει τη Δήλο.

Από το ''ΒΗΜΑ''
 14 Αυγούστου 2010